ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης): […] Οι κακοδαιμονίες της παιδείας δεν είναι αποτέλεσμα ούτε των πολιτικών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε καν της κρίσης. Οι αλλαγές που φέρνουμε στην παιδεία σημαίνει να συγκρουστούμε με τους εαυτούς μας, τις νοοτροπίες του παρελθόντος, ακόμα και με τις δικές μας, του ΠΑΣΟΚ, παρ’ ότι είμαστε υπερήφανοι για το «νόμο - πλαίσιο» που φέραμε στη δεκαετία του 1980.
Σήμερα, όμως, έχουμε μια διαφορετική πραγματικότητα και ξέρουμε και τα λάθη που έγιναν. Σήμερα η ελληνική κοινωνία ζητά –και καλώς ζητά- να εμπεδωθεί η αξιοσύνη, να εφαρμόζονται κανόνες ισονομίας για όλους, να εμπεδωθεί η ευνομία, η αξιοκρατία και η διαφάνεια, να απελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου από πελατειακούς παραγοντίσκους είτε είναι στο ποδόσφαιρο, στα μέσα ενημέρωσης, στον κομματικό ή επιχειρηματικό χώρο, είτε είναι στα πανεπιστήμια ή τα ΤΕΙ.
Για εμάς η παιδεία δεν είναι καν θέμα που αφορά πρώτιστα και άμεσα τη δημοσιονομική κατάσταση στη χώρα. Στην πραγματικότητα, όμως, αφορά καθοριστικά στα βαθύτερα αίτια που μας έφεραν εδώ. Ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν αποτέλεσε εξαίρεση στις παθογένειες που γενικότερα χαρακτήρισαν τη χώρα. Μάλλον αποτελεί ένα κακό παράδειγμα των πελατειακών αντιλήψεων που ανδρώθηκαν στην ελληνική κοινωνία από το ελληνικό κράτος.
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν λέω ότι δεν υπάρχει αξιόλογο δυναμικό στο χώρο της παιδείας. Αντιθέτως, έχουμε και πλούσιο και πολύ ικανό ανθρώπινο δυναμικό από τα νηπιαγωγεία μέχρι και τα πανεπιστήμια. Έχουμε ανθρώπινο πλούτο. […]
Το σύστημά μας διαπνέεται από λογική άκρατου κρατικιστικού συγκεντρωτικού σχεδιασμού. Για να είμαι σαφής, σας λέω ότι το Υπουργείο –και το ξέρω καλά, γιατί πέρασα από το Υπουργείο αυτό- είναι αυτό που αποφασίζει ποια τμήματα θα δημιουργηθούν, πόσοι φοιτητές θα είναι κάθε χρόνο, μηχανικοί, νοσοκόμοι, παιδαγωγοί, κτηνίατροι. Ποια είναι, λοιπόν, η αυτοδιοίκηση; Για ποια αυτοδιοίκηση μιλάμε; Και με αυτήν την προσέγγιση πορευόμαστε κάθε χρόνο, άσχετα από τις ανάγκες της κοινωνίας, της αγοράς, της περιφερειακής ανάπτυξης ή της ίδιας της ζήτησης, των επιθυμιών των φοιτητών. […]
Αυτή η πελατειακή αντίληψη εξάρτησης ομφάλιου λώρου με το κράτος επεκτάθηκε βεβαίως και στο φοιτητικό κίνημα. Πράγματι, η αγνή πρόθεση εκδημοκρατισμού για συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση τη δεκαετία του 1980 μετατράπηκε σε ευκαιρία συναλλαγής των φοιτητοπατέρων με καθηγητές που φιλοδοξούσαν να αναλάβουν θέση διοίκησης, στην ψήφο ή τη στήριξη μιας παράταξης με αντάλλαγμα διευκολύνσεις όλων των ειδών μέχρι ακόμα και στη βαθμολογία φοιτητών. Η εξαγορά αυτών των συνειδήσεων μετέτρεψε τα ελληνικά πανεπιστήμια σε κέντρα που δεν διδάσκουν ήθος και αξιοκρατία, αλλά τη νόσο του ελληνικού πολιτικού συστήματος, την πελατειακή συναλλαγή. Δεν λέω ότι είναι παντού έτσι. Βεβαίως, υπάρχουν και όλοι εκείνοι που κάνουν πολύ μεγάλες προσπάθειες, αλλά πνίγονται μέσα στο σύστημα αυτό. […]
Έχει κανείς αναρωτηθεί γιατί δεν έχουμε ξένους φοιτητές στη χώρα μας που να έρχονται και να πληρώνουν τα δίδακτρά τους; Δεν μιλάμε για τον Έλληνα φοιτητή, αλλά για τον ξένο, όπως γίνεται σε πολλές άλλες χώρες. Γιατί, αντί να εξάγουμε φοιτητές, δεν εξάγουμε γνώση; Γιατί τα ιδρύματά μας να μην είναι ιδρύματα ποιότητας, διεθνώς ανταγωνιστικά, ανοιχτά και διεθνοποιημένα, όπως το αξίζει ο ελληνισμός, όπως μπορεί και όπως το έχει αποδείξει; Το έχει αποδείξει η Διασπορά μας σε κάθε ακαδημαϊκό φορέα στο εξωτερικό. Θα μπορούσαμε να προσελκύσουμε φοιτητές και ερευνητές από τα Βαλκάνια, τον αραβικό κόσμο ή τον Καύκασο, την Ουκρανία και τη Ρωσία, την Άπω Ανατολή, την Αφρική, την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά βεβαίως και από τον ελληνισμό της Διασποράς.
Επίσης, στη χώρα μας έχουμε, δυστυχώς, μεγάλο αριθμό ανέργων, όπως και ένα μεγάλο αριθμό γυναικών που έχουν παραδοσιακά αποσυρθεί από την αγορά εργασίας. Αναρωτηθήκαμε γιατί τα Α.Ε.Ι. και τα T.E.I. μας, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, δεν έχουν σοβαρά προγράμματα εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης ανέργων; Αναρωτηθήκαμε γιατί δεν ανοίγουν ως προς τη δια βίου εκπαίδευση, για να δώσουν πολλές ευκαιρίες σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, σε ενήλικες, σε γυναίκες, σε αγρότες, σε επιχειρηματίες, σε επαγγελματίες που θέλουν είτε να ανανεώσουν, είτε να αποκτήσουν νέες γνώσεις και προσόντα; […] (Βουλή 23.08.2011)

